ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΚΟΡΩΝΗΣ

 

kastro

Βενετσιάνικο κάστρο και ονομαστή καστροπολιτεία στο νοτιοδυτικό άκρο της Πελοποννήσου που υπήρχε από τον 7ο μ.Χ. αιώνα και ανοικοδομήθηκε και επεκτάθηκε από τους Ενετούς τον 13ο αιώνα. Τους επόμενους αιώνες η πόλη άνθισε, αλλά ήταν συνεχώς το μήλον της έριδος μεταξύ Ενετών και Τούρκων.

 

Το Όνομα του Κάστρου

 

Ο Παυσανίας αναφέρει δύο εκδοχές για την ονομασία της αρχαίας Κορώνης. Σύμφωνα με την πρώτη, η Κορώνη πήρε το όνομά της από την Κορώνεια της Βοιωτίας καθώς ιδρύθηκε από αποίκους από την πόλη αυτή. Σύμφωνα με τη δεύτερη, πήρε το όνομά της από μία χάλκινη κορώνη (νόμισμα με σήμα μια κουρούνα) που βρέθηκε κατά την ανέγερση των τειχών της.

Πιθανότατα μία από τις δύο εκδοχές ισχύει, αλλά το θέμα είναι αφορούν την αρχαία Κορώνη που ήταν στο σημερινό χωριό Πεταλίδι και όχι τη σημερινή (και μεσαιωνική) Κορώνη που βρίσκεται στη θέση όπου βρισκόταν η αρχαία Ασίνη. Φαίνεται ότι κάποια στιγμή οι κάτοικοι της αρχαίας Κορώνης μετανάστευσαν μαζικά λίγο πιο νότια και πήραν μαζί και το όνομα της πόλης τους.

 

Ιστορία

 

Στην αρχαιότητα στη θέση της σημερινής Κορώνης βρισκόταν η πόλη Ασίνη η οποία διέθετε ισχυρή ακρόπολη. Η Ασίνη είναι μια από τις 7 πόλεις που προσέφερε ο Αγαμέμνων στο Αχιλλέα για να εξευμενίσει το θυμό του, σύμφωνα με τον Όμηρο.

Τον 6ο ή τον 7ο μ.Χ. αιώνα η οχύρωση ενισχύθηκε με Βυζαντινό φρούριο.

Κατά τον 7ο ή 8ο πιθανότατα αιώνα, οι κάτοικοι της πρωτοβυζαντινής Κορώνης (σημερινό Πεταλίδι Μεσσηνίας), ίσως εξαιτίας των σλαβικών και αραβικών επιδρομών, μετοίκησαν στην οχυρή ακρόπολη της Ασίνης, η οποία μετονομάστηκε σε Κορώνη.

Ήδη από τον 11ο αιώνα, η Κορώνη συγκαταλέγεται στις Βυζαντινές πόλεις της Αυτοκρατορίας, στις οποίες οι Βενετοί, με χρυσόβουλα των Κομνηνών, διαθέτουν εμπορικά προνόμια.

Με την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1204 άρχισε η Φραγκοκρατία. Η εκστρατεία των Φράγκων ιπποτών στην Πελοπόννησο υπό τον Γουλιέλμο Σταμπλίτη δεν συνάντησε σοβαρή αντίσταση και το 1205, η Κορώνη περιήλθε στους Φράγκους με κοινή απόφαση των κατοίκων της.

Το 1209 ο ηγεμόνας του Πριγκιπάτου της Αχαΐας Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος παραχώρησε την Κορώνη (μαζί με τη Μεθώνη) στους Ενετούς που την ήθελαν διακαώς και την είχαν κάνει ανεπίσημα ναυτική βάση τους ήδη από το 1206.

Οι Ενετοί έκτισαν ξανά το κάστρο και βελτίωσαν τις οχυρώσεις. Το έργο αυτό πρέπει να ολοκληρώθηκε προς το τέλος του 13ου αιώνα.

Η πόλη κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας απέκτησε μεγάλη ακμή και έγινε ονομαστή για τη βιοτεχνία της και το εξαγωγικό της εμπόριο. Η αίγλη της σημειώνεται στα οδοιπορικά των διαφόρων Ευρωπαίων περιηγητών, οι οποίοι αναγκαστικά στάθμευαν στην περιοχή είτε για ανεφοδιασμό είτε για να επισκευάσουν τα πλοία τους. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις τους, μέσα στο κάστρο κατοικούσαν όχι μόνον οι Βενετοί αλλά και Έλληνες, έμποροι και βιοτέχνες.

Το 1500 ήρθαν οι Τούρκοι. Τον Αύγουστο του 1500 ο Βαγιαζήτ Β´ κατέλαβε το κάστρο της Μεθώνης, μετά από μια απελπισμένη αντίσταση των κατοίκων. Οι κάτοικοι της Κορώνης, τρομοκρατημένοι από τη σφαγή και τη λεηλασία της Μεθώνης και αφού έλαβαν υποσχέσεις για ευνοϊκή μεταχείριση, παραδόθηκαν στους Τούρκους. Ο Βαγιαζήτ ευχαριστημένος για την επιτυχία του, προσευχήθηκε στην καθολική εκκλησία που υπήρχε στο κάστρο, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε τζαμί.

Το 1532, η Κορώνη καταλήφθηκε από τον συμμαχικό στόλο του αυτοκράτορα Καρόλου 5ου, του Πάπα και των Ιπποτών της Μάλτας με επικεφαλής τον Γενουάτη ναύαρχο Andrea Dοria και με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων.

Στα 1534 οι δυνάμεις του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, ανακατέλαβαν την πόλη, την οποία οι συμμαχικές δυνάμεις εγκατέλειψαν παίρνοντας μαζί τους περισσότερους από 2000 κατοίκους για να τους εγκαταστήσουν μετά από πολλές περιπέτειες στην Κάτω Ιταλία.

Το 1685 οι Ενετοί, μετά τον έκτο Ενετουρκικό πόλεμο επέστρεψαν με τον στρατηγό Μοροζίνι ο οποίος κατέλαβε την Κορώνη και όλη την περιοχή. Στη σύντομη περίοδο της Β’ Ενετοκρατίας έγινε προσπάθεια να ξαναζωντανέψει η πόλη χωρίς σπουδαία αποτελέσματα

Το 1715, οι Τούρκοι επανήλθαν, και η παρακμή της πόλης επιταχύνθηκε. Στο κάστρο πια εγκαταστάθηκαν μόνο τουρκικές οικογένειες.

Το 1770 με τα Ορλωφικά, η Κορώνη βομβαρδίστηκε και υπέστη σοβαρές καταστροφές, σε βαθμό που ο ξένοι περιηγητές αρκετά χρόνια αργότερα έμεναν έκπληκτοι από το μέγεθος της καταστροφής.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 το κάστρο πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς από τους Έλληνες. Τελικά παραδόθηκε στον στρατηγό Μαιζών(Nicolas Joseph Maison) το 1828, που είχε αποβιβαστεί επικεφαλής Γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο, λίγο μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου.

 

Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

 

Η κεντρική είσοδος είναι διαμορφωμένη σε μια μεγάλη τετράγωνη κατασκευή, όπου η κορυφή, στο κατώτερο τμήμα της, απολήγει σε ένα οξυκόρυφο τόξο. Στο ανώτερο σημείο, όπου υπήρχε το δωμάτιο της φρουράς της πύλης σχηματίζεται καμπύλο τόξο.

Την εποχή της ακμής του κάστρου υπήρχε πριν από την είσοδο πρόπυλο, που διατηρήθηκε μέχρι την Ελληνική Επανάσταση, με παραστάδες, δεξιά και αριστερά, και πάνω από την είσοδο ανάγλυφο με το Λιοντάρι του Αγίου Μάρκου. Αμέσως μετά ανοιγόταν μια εσωτερική αυλή, που οδηγούσε στην κεντρική είσοδο με τον επιβλητικό πύργο, που σώζεται μέχρι σήμερα. Ο χώρος της αυλής καταλήφθηκε από μικρά σπίτια του οικισμού.

Η βόρεια και η νότια πλευρά του κάστρου ατενίζουν τη θάλασσα. Στη νότια πλευρά υπάρχουν απότομα βράχια – τα βράχια του Ρεσάλτου- τα οποία καταλήγουν σε μία ακρογιαλιά. Η βόρεια, όπου είναι και η κεντρική είσοδος του κάστρου, οδηγεί στα σπίτια του οικισμού που εκτείνονται μέχρι και τη δυτική πλευρά

Στην κατασκευή του τείχους χρησιμοποιήθηκαν καλοδουλεμένες πέτρες αλλά και αρχαίο οικοδομικό υλικό, που σήμερα καλύτερα διακρίνεται στον μεγάλο πύργο καθώς και στον τοίχο δίπλα στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου. Το αρχαιότερο τμήμα του κάστρου είναι ο μεγάλος τοίχος, που σώζεται στη βορειοανατολική πλευρά και χρησίμευε για να χωρίζει τα δύο πλατώματα στα οποία αναπτύχθηκε το φρούριο. Το αρχικό βυζαντινό φρούριο καταλάμβανε το ψηλότερο σημείο, εκεί που σήμερα βρίσκεται το γυναικείο μοναστήρι. Στα ανατολικά του απλώνεται μια μεγάλη χαμηλότερη έκταση η οποία οχυρώθηκε όταν οι Βενετοί κατέλαβαν την Κορώνη το 1209. Δημιουργήθηκε τότε μια δεύτερη εξωτερική αυλή, τετραπλάσια σε έκταση από την προηγούμενη που περιβαλλόταν με πύργους και πολεμίστρες. Οι πύργοι, τα τείχη και οι πολεμίστρες του παλιού φρουρίου ενισχύθηκαν. Ολόκληρος ο χώρος στο εσωτερικό καταλήφθηκε από τις εμπορικές εγκαταστάσεις και τις κατοικίες, που πρέπει στην πλειοψηφία τους να ήταν ξύλινες ή από φθαρτά υλικά, που καταστράφηκαν κατά τις μετέπειτα πολιορκίες. Στην ανατολική άκρη οι Τούρκοι προσέθεσαν τον 16ο αιώνα τις απαραίτητες οχυρώσεις για τα πυροβολεία.

Μια θολωτή είσοδος οδηγεί στο εσωτερικό του δεύτερου οχυρωματικού περιβόλου. Κατά μήκος της πλευράς προς το λιμάνι και τον Μεσσηνιακό κόλπο το τείχος υψώνεται κάθετα και μόνον στη βορειοανατολική άκρη κάμπτεται και σχηματίζει δυο στρογγυλούς μεγάλους πύργους πάνω στην απόκρημνη ακτή. Το τμήμα αυτό σύμφωνα με τον Κ. Andrews αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα πλαστικότητας της βενετσιάνικης φρουριακής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Σήμερα, βέβαια, μεγάλο τμήμα δεν σώζεται γιατί εδώ συγκεντρώθηκε η προσπάθεια των κατοίκων για την απόσπαση χώματος, κατάλληλου για την κεραμοποιία της περιοχής, με αποτέλεσμα μεγάλο τμήμα να καταπέσει ενώ η θάλασσα και ο αέρας συμπλήρωσαν το έργο της ανθρώπινης καταστροφής.

Στην ανατολική πλευρά το τείχος ενισχυόταν από μια δεύτερη αμυντική γραμμή, που ανατινάχτηκε από τον Μοροζίνι το 1685 και έτσι επιτεύχθηκε η παράδοση του κάστρου. Δυο μεγάλοι στρογγυλοί πύργοι υπήρχαν στις δύο άκρες, από τους οποίους, ο βορειότερος ανατινάχτηκε το 1944 από τους Γερμανούς, που τον χρησιμοποιούσαν σαν αποθήκη πυρομαχικών. Στην πλευρά αυτή του φρουρίου συγκεντρώθηκε επίσης η προσοχή των Τούρκων, όταν το κατέλαβαν και έκαναν επισκευαστικές εργασίες και προσθήκες.

Στο ψηλότερο σημείο μέσα στο τείχος βρίσκεται το παλαιοημερολογίτικο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου. Στη δυτικότερη άκρη διατηρείται το «νέο οχυρό» που αρχικά έχτισαν οι Βενετοί το 1463 και το οποίο καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε μετά το 1685. Στον εσωτερικό περίβολο διατηρείται επίσης ένας μεγάλος Οκτάγωνος πύργος που χτίστηκε από τους Τούρκους.

Ανάμεσα στα ερείπια βρίσκεται και η βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας κτισμένη τον 12ο αιώνα.

Σήμερα στο κάστρο ζουν δυο οικογένειες και υπάρχουν κάποιες μονοκατοικίες ενώ λειρτουργεί και το γυναικείο μοναστήρι. Υπάρχουν και κάποιες καλλιέργειες (λιόδεντρα, κληματαριές).

 

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΜΕΘΩΝΗΣ

methoni15

Το κάστρο της Μεθώνης -ουσιαστικά, καστροπολιτεία- είναι από τα σημαντικότερα και ωραιότερα του Ελλαδικού χώρου. Χτίστηκε από τους Βενετούς όταν έγιναν κύριοι της πόλης το 1209. Είναι χτισμένο σε στρατηγική θέση, σε έναν βράχο που εισχωρεί στην θάλασσα και χωρίζεται από την ξηρά με τεχνητή τάφρο.

Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα καστροπολιτείας που εκτείνεται σε μια μεγάλη έκταση 93 στρεμμάτων. Επιπλέον ένα εξαιρετικό φυσικό λιμάνι, το οποίο κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους αποτελούσε σταθμό στο δρόμο των προσκυνητών για τους Αγίους Τόπους και των εμπορικών πλοίων από τη Δύση στην Ανατολή.

Η περίοδος ακμής του κάστρου τοποθετείται στην περίοδο της Α’ Ενετοκρατίας (13ος-15ος αι.).

 

Ιστορία

 

Στην αρχαιότητα η Μεθώνη ήταν γνωστή με το όνομα Πήδασος. Ο Όμηρος την αναφέρει ως μία από τις επτά πόλεις που ο Αγαμέμνονας προσέφερε στον Αχιλλέα για να κατευνάσει την οργή του και να τον πείσει να επιστέψει στη μάχη (Ιλιάδα , Ι 149-153). Ο Παυσανίας και ο Στράβωνας την ονομάζουν Μοθώνη και την ταυτίζουν με την ομηρική πόλη.

Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη κερδίζει την αυτονομία της από τον αυτοκράτορα Τραϊανό και ενισχύεται με καλύτερες οχυρώσεις. Ο Παυσανίας μάλιστα αναφέρει την ύπαρξη ναού της Αθηνάς Ανεμώτιδος και ιερού της Άρτεμης, ενώ από την πόλη σώζονται νομίσματα που απεικονίζουν το λιμάνι της. Κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο το λιμάνι της Μεθώνης γνωρίζει μεγάλη ακμή ως εμπορικό κέντρο και σταθμός ανεφοδιασμού των πλοίων και αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε λίγο – πολύ και κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο.

Είναι γνωστό πως ο στρατηγός Βελισσάριος είχε χρησιμοποιήσει το κάστρο της Μεθώνης σαν ορμητήριο στην εκστρατεία του εναντίον των Βανδάλων της Βορείου Αφρικής το 583.

Στις αρχές του 12ου αιώνα η Μεθώνη είχε γίνει ορμητήριο πειρατών. Το 1125 οι Ενετοί επιτέθηκαν και κατέστρεψαν την πόλη σε αντίποινα για την αιχμαλωσία Βενετών εμπόρων από τους πειρατές.

Οι Ενετοί πρωτοεμφανίζονται στο ιστορικό σκηνικό κατά τον 11ο αιώνα, όταν αποκτούν προνόμια σχετικά με την ελεύθερη διακίνηση των εμπορευμάτων τους σε διάφορες πόλεις-λιμάνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας μεταξύ των οποίων και η Μεθώνη. Με την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Φράγκους το 1204 (Δ΄Σταυροφορία) και η Μεθώνη θα δοκιμάσει την κυριαρχία τους. Η φραγκοκρατία θα διαρκέσει ως το 1206, οπότε η Μεθώνη καταλαμβάνεται από τους Ενετούς και με συνθήκη που υπεγράφη το 1209 εξασφαλίζεται η κυριαρχία τους στην πόλη.

Κατά την πρώτη Ενετική περίοδο, η ζωή στη Μεθώνη οργανώθηκε σύμωνα με τα συμφέροντα της Βενετίας. Η πόλη οχυρώθηκε και αναπτύχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο αφού ορίζεται ως υποχρεωτικός σταθμός για όλα τα βενετικά πλοία που ταξίδευαν στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ακμάζουσα αυτή περίοδος για την Μεθώνη λήγει τον Αύγουστο του έτους 1500 όταν, μετά από αιματηρή πολιορκία, καταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας θα διαρκέσει ως το 1686 όταν η πόλη πολιορκήθηκε από τον Μοροζίνι και επανήλθε στην κατοχή των Βενετών. Το 1715 οι Οθωμανοί γίνονται για δεύτερη φορά κάτοχοι της Μεθώνης, ο πληθυσμός της οποίας αυξήθηκε καθώς και η εμπορική κίνηση στο λιμάνι.

Στην διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης το κάστρο της Μεθώνης δεν κατελήφθη από τους Έλληνες επαναστάτες, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες που είχαν καταβάλλει, λόγω της σθεναρής αντίστασης του οχυρωμένου οθωμανικού πληθυσμού. Το 1825 αποβιβάστηκε στο λιμάνι της πόλης ο Ιμπραήμ και εγκαταστάθηκε εντός του κάστρου, το οποίο έγινε ορμητήριο των Αιγυπτίων κατά την διάρκεια της εκστρατείας τους στην Πελοπόννησο. Οι Αιγύπτιοι θα παραδοθούν αμαχητί το 1828 στο γαλλικό εκστρατευτικό σώμα του οποίου ηγείτο ο στρατηγός Μαιζών. Ο οικισμός τότε μεταφέρεται εκτός των τειχών, γίνεται το ρυμοτομικό σχέδιο πόλης ενώ το κάστρο που για αιώνες υπήρξε το κέντρο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της πόλης ερημώνεται.

 

Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

 

Το Κάστρο της Μεθώνης – εκτάσεως 93 στρεμμάτων περίπου – αποτελείται από δύο τμήματα: Στα νότια απλώνεται η πόλη, που περικλείεται από απλό τείχος με πύργους σε τακτά διαστήματα ενώ στο βόρειο τμήμα, που είναι ενισχυμένο αμυντικά, καθότι είναι το πλέον ευπρόσβλητο, αναπτύσσεται το φρούριο της πόλης, έδρα του κατά καιρούς στρατιωτικού διοικητή. Τα δύο τμήματα χωρίζονται με ένα ενδιάμεσο χαμηλό τείχος ενισχυμένο με πέντε πύργους.

Τα τείχη του φρουρίου προστατεύονται από ευρεία τάφρο και ενισχύονται από δύο προμαχώνες που δεσπόζουν στη βόρεια πλευρά του κάστρου. Στο μέσο της ίδιας πλευράς ανοίγεται η κεντρική πύλη εισόδου που είναι κατασκευασμένη από ορθογώνια λαξευμένους πωρόλιθους και φέρει περίτεχνη διακόσμηση στις παραστάδες της.

Το κάστρο έχει ακόμα έξι πύλες εκ των οποίων τρεις βρίσκονται προς την πλευρά του λιμανιού. Οι περισσότερες από τις πύλες ανοίγονται στο ισόγειο πύργου και προστατεύονται από καταφραγές και καταχύστρες.

Τα τείχη του κάστρου κατασκευάζονται από αδρά λαξευμένους λίθους με ισχυρό συνδετικό ασβεστοκονίαμα, έχουν επάλξεις που είναι προσιτές από τον περίδρομο στον οποίο η πρόσβαση γίνεται από το εσωτερικό των δύο τμημάτων του κάστρου. Τα τείχη ενισχύονται κατά διαστήματα με πύργους, οι περισσότεροι εκ των οποίων σώζονται σε πολύ χαμηλό ύψος. Ανάλογα με τις ανάγκες και τις εξελίξεις της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής για την αντιμετώπιση των νέων απαιτήσεων της πολεμικής τέχνης, τα τείχη ενισχύονται ή ανακατασκευάζονται.

 

Κτίσματα

 

Εντός του κάστρου διατηρούνται διάφορα κτίσματα. Σε κεντρικό του τμήμα γνωστό ως «πλατεία των όπλων» υπάρχει ο Ι.Ν Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, μονόχωρος ξυλόστεγος ναός που πιθανόν κατασκευάστηκε κατά την διάρκεια της Β΄Ενετοκρατίας. Πλησίον αυτού και σε επαφή με το δυτικό τείχος υπάρχει τετράγωνο οικοδόμημα μικρών διαστάσεων με πυραμιδοειδή κάλυψη το οποίο χρησίμευε ως πυριτιδαποθήκη και χρονολογείται κατά την πρώτη Ενετική περίοδο.

Κατά μήκος της κεντρικής διαδρομής του κάστρου σώζονται δύο οθωμανικά λουτρά τα οποία αποτελούνται από πολλές θολοσκεπείς αίθουσες, κάθε μια εκ των οποίων είχε διαφορετικές χρήσεις (αποδυτήριο, χλιαρή αίθουσα, ζεστή αίθουσα). Χρονολογούνται κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Σε κοντινή απόσταση διατηρείται η βάση του μιναρέ από ένα κατεστραμμένο πλέον τζαμί. Το τέμενος χτίστηκε στη θέση μιας τρίκλιτης βασιλικής, οι εξωτερικοί τοίχοι της οποίας ενισχύονταν με αντηρίδες. Πιθανόν πρόκειται για τον ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.

Χαρακτηριστικό αρχιτεκτόνημα της Μεθώνης είναι το Μπούρτζι, μικρό επιθαλάσσιο οχυρό, κτισμένο σε μικρή νησίδα στα νότια του κάστρου. Αποτελείται από έναν οκτάπλευρο πύργο, ο οποίος περιβάλλεται από χαμηλό οκτάπλευρο τείχος. Ο πύργος δομείται σε δύο επίπεδα και καλύπτεται με ημικυλινδρικό τρούλο. Το ισόγειο του καταλαμβάνει τετράπλευρη κινστέρνα. Κεκλιμένο επίπεδο οδηγεί τόσο στον περίδρομο του περιμετρικού τείχους όσο και στον όροφο του πύργου, όπου διαμορφώνεται αίθουσα με κανονιοθυρίδες περιμετρικά. Στους εσωτερικούς τοίχους διακρίνονται οι δοκοθήκες που θα στήριζαν τέσσερα ξύλινα πατώματα, σήμερα κατεστραμμένα.

Η οικοδόμηση του άρχισε λίγο πριν το 1500 από τους Ενετούς και ολοκληρώθηκε από τους Οθωμανούς κατά τον 16ο αιώνα. Το Μπούρτζι αποτέλεσε τμήμα της θαλάσσιας οχύρωσης της Μεθώνης και εξυπηρέτησε διάφορους σκοπούς ανά εποχές: χρησιμοποιήθηκε ως έδρα της φρουράς για τον έλεγχο του λιμανιού, ως φάρος, φυλακή, αλλά και καταφύγιο των κατοίκων σε περιόδους πολιορκίας.

 

Πηγή: http://www.kastra.eu/